
Συναντήσαμε τους προσκεκλημένους επιμελητές της ARTWORKS και μιλήσαμε για την επίκαιρη έρευνά τους σε μια περίοδο αναζωπύρωσης των εθνικισμών.

Τι σημαίνει σήμερα Ιταλός καλλιτέχνης; Έχει νόημα να μιλάμε για τους καλύτερους καλλιτέχνες μιας χώρας; Είναι το έθνος μια παρωχημένη έννοια ή αφορά ξανά ακόμη κι όσα δεν νιώθουν ότι τα αφορά; Οι Francesco Urbano Ragazzi, επιμελητικό δίδυμο που ιδρύθηκε στο Παρίσι το 2008 από τους Francesco Ragazzi (PhD) και Francesco Urbano (PhD), πιστεύουν στην επιμελητική πρακτική ως εργαλείο πολιτικής ανυπακοής. Αυτή η φιλοσοφία διατρέχει τις εκθέσεις και δράσεις που έχουν παρουσιάσει εμπλέκοντας διαφορετικούς θεσμούς εντός και εκτός τέχνης, με στόχο την επανασύνδεση της τέχνης με την πραγματικότητα, την ανάδειξη της queer πολιτιστικής κληρονομιάς και τη διερεύνηση της έννοιας του δημόσιου χώρου.
Το πρόγραμμα φιλοξενία της ARTWORKS τους έφερε για δύο μήνες στην Αθήνα, όπου συναντήθηκαν με καλλιτέχνες και δημιουργούς, με επίκεντρο τη νέα τους έρευνα που επικεντρώνεται στα όρια της εθνικής εκπροσώπησης και το στοχασμό γύρω από το πώς μπορούν να ενισχυθούν οι μεσογειακές συμμαχίες ως απάντηση σε αυτό, ειδικότερα μέσα σε μια ιστορική συγκυρία που χαρακτηρίζεται από την παγκόσμια άνοδο των εθνικισμών.

Πώς προέκυψε το ενδιαφέρον σας για την έννοια της εθνικής εκπροσώπησης;
Τα τελευταία χρόνια για πρώτη φορά στην καριέρα μας αρχίσαμε να ασχολούμαστε με την έννοια της εθνικής εκπροσώπησης της Ιταλίας ξεκινώντας με μια έρευνα μεθοδολογική πάνω σε παραδοσιακά εκθεσιακά μοντέλα. Ξεκινήσαμε από την “Identità italiana”, μια εμβληματική έκθεση για τον Κανόνα της ιταλικής τέχνης που έλαβε χώρα στο Centre Pompidou τη δεκαετία του ‘80 που αποτελούσε μέρος μιας σειράς αντίστοιχων εκθέσεων της εποχής εκείνης. Η έννοια της εθνικής εκπροσώπησης ήταν κομβική για εκείνη την έκθεση. Ο επιμελητής και θεμελιωτής του κινήματος Arte povera Germano Celant είχε επιλέξει τους “καλύτερους Ιταλούς καλλιτέχνες” της εποχής, όλοι άνδρες εκτός από τη Marisa Merz. Οπότε είχαμε το πλήρες πακέτο ενός συγκεκριμένου τρόπου σκέψης, τον οποίο θελήσαμε να ξαναεπισκεφτούμε και να αποδομήσουμε, να σκεφτούμε διαφορετικά. Με το δεδομένο ότι υποβαλλόμαστε διαρκώς ακόμη σε αυτού του είδους την αφήγηση και κάθε φορά που καλούμαστε να εκπροσωπήσουμε τη χώρα μας σε μια έκθεση έχουμε να αναμετρηθούμε μαζί της.
Επιστρέφοντας στην Ιταλία από το εξωτερικό, και συγκεκριμένα στο Μιλάνο όπου ζούμε, αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε ότι αυτού του τύπου το εκθεσιακό μοντέλο εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο και σήμερα. Ως μια λίστα των καλύτερων καλλιτεχνών που υπακούει σε μια μονολιθική αντίληψη του τι συνιστά Ιταλό καλλιτέχνη, χωρίς να αρθρώνεται ο τρόπος με τον οποίο εκπροσωπείται η εθνική ταυτότητα.

Πώς συνδέεται ή εμπλουτίζεται η έρευνα αυτή με την επίσκεψή σας στην Αθήνα;
Δεδομένου ότι η ARTWORKS μάς κάλεσε να πραγματοποιήσουμε μια έρευνα σε εθνικό επίπεδο στην Ελλάδα, αποφασίσαμε να διευρύνουμε τον προβληματισμό μας πέρα από το ιταλικό συγκείμενο. Αυτό μας ενδιέφερε για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή η Ιταλία και η Ελλάδα είναι δύο μεσογειακές χώρες που μοιράζονται κοινά γεωγραφικά, ιστορικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά, ενώ αρκετοί από τους θεσμούς τους ακολουθούν αντίστοιχα μοντέλα. Δεύτερον, επειδή η έννοια του έθνους αποκτά εκ νέου ιδιαίτερη σημασία σε διεθνές επίπεδο. Σε μια εποχή όπου οι εθνικισμοί επανεμφανίζονται παντού, θεωρούμε σημαντικό να οικειοποιηθούμε αυτή τη συζήτηση και να μην την αφήσουμε αποκλειστικά στα χέρια των φασιστών. Μας ενδιαφέρει, επομένως, να διερευνήσουμε πώς μπορούμε να εργαστούμε κριτικά πάνω στην ίδια την έννοια του έθνους.
Υπάρχει, ωστόσο, και μια ακόμη διάσταση. Τα εθνικά κράτη αποτελούν, κατά κάποιον τρόπο, τις μόνες θεσμικές δομές που εξακολουθούν να μπορούν να θέτουν όρια και να ρυθμίζουν την αυξανόμενη ισχύ των τεχνο-ολιγαρχών. Έτσι, με έναν μάλλον αμφίσημο τρόπο και αντίθετα από ό,τι πιστεύαμε κατά τη μεταμοντέρνα περίοδο, το έθνος επανέρχεται ως μια κρίσιμη πολιτική κατηγορία. Μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο τοποθετείται και η δική μας έρευνα.

Με ποιόν τρόπο δουλέψατε μεθοδολογικά;
Το καλλιτεχνικό σύστημα, με κάποιον τρόπο, πάντα ρυθμιζόταν από συγκεκριμένα μοντέλα. Μέχρι περίπου το 2010, το κυρίαρχο μοντέλο παρέμενε ένα πολύ ανδροκεντρικό μοντέλο αναπαράστασης. Ήταν πολύ επιλεκτικό, βασισμένο στην ιδέα του “καλύτερου καλλιτέχνη”, του “σημαντικού καλλιτέχνη”, μια πολύ προβληματική αντίληψη για το τι είναι πραγματικά η τέχνη. Αυτό που ανακαλύψαμε και ίσως ήταν το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της έρευνας ήταν ότι όταν κοιτάζεις ένα πολιτιστικό σύστημα μέσα σε ένα έθνος από διαφορετική οπτική, προσπαθώντας να εντοπίσεις όλες τις εξαιρέσεις, συνειδητοποιείς ότι τελικά οι εξαιρέσεις είναι ίσως η πλειοψηφία.
Έτσι δημιουργήσαμε μια ομάδα καλλιτεχνών. Αντί να επιβάλουμε τη δική μας διαδικασία επιλογής και τα δικά μας κριτήρια, δημιουργήσαμε μια ομάδα που, κατά κάποιον τρόπο, εκπροσωπούσε διαφορετικές μορφές πολιτειότητας. Περιλαμβάνει καλλιτέχνες που ζουν και εργάζονται στην Ιταλία, αλλά και πολιτικούς πρόσφυγες, καλλιτέχνες δεύτερης γενιάς, καλλιτέχνες που έχουν γεννηθεί στην Ιταλία αλλά ζουν στο εξωτερικό. Προσπαθήσαμε έτσι να επεξεργαστούμε την έννοια της εθνικής ταυτότητας και εκπροσώπησης διαπιστώνοντας ότι στην πραγματικότητα είναι ένα άδειο κουτί, ένα κουτί που μπορεί να γεμίσει με πολλούς, διαφορετικούς τρόπους.
Αρχικά κάποιοι από τους καλλιτέχνες αναρωτήθηκαν: “Ποιος ενδιαφέρεται για την Ιταλία;” “Δεν ξέρω, μόνο εγώ και πιθανώς ο φίλος μου”. Στη συνέχεια ακολούθησε μια πολύ ανοιχτή διανοητική διαδικασία, μέσα από την οποία προέκυψαν καλλιτέχνες που είναι σημαντικοί για μας χωρίς να τους έχουμε δώσει ίσως τη σημασία που έπρεπε. Στο τέλος, φτιάξαμε μια μεγάλη λίστα καλλιτεχνών, αλλά το πιο ενδιαφέρον δεν ήταν απλώς να δημιουργήσουμε τη λίστα, αλλά να εφεύρουμε ένα μοντέλο για την έκθεση. Δημιουργήσαμε ομάδες, μαζί με τους καλλιτέχνες, και με κάθε ομάδα σκεφτόμασταν ένα συγκεκριμένο μέρος της έκθεσης, ένα μόριο της έκθεσης, το οποίο είχε τον δικό του τρόπο πρόσκλησης, το δικό του σκεπτικό και αυτονομία.
Η ιδέα ήταν να επιστρέψουμε σε μια ουσιαστική συμμαχία μεταξύ καλλιτέχνη και επιμελητή. Να προσπαθήσουμε να αποδομήσουμε αυτό το ιεραρχικό παιχνίδι εξουσίας. Και μετά, να επιστρέψουμε στην ποίηση και στην τέχνη, στο πώς μπορούμε να βάλουμε την τέχνη στη βάση της καλλιτεχνικής διαδικασίας. Νομίζω ότι μέσω αυτής της έρευνας, εντοπίσαμε κάποιες δυναμικές που αναδύονται και κατά κάποιο τρόπο προσπαθούμε, μαζί με τους καλλιτέχνες να τις συνδέσουμε. Επίσης, καταλάβαμε πως οι περισσότεροι καλλιτέχνες, ειδικά η νέα γενιά, ενδιαφέρονται λιγότερο για το παραδοσιακό θεσμικό μοντέλο. Και το εμπιστεύονται λιγότερο.

Η πρόσφατη πολιτική επικαιρότητα στην Ιταλία και διεθνώς επηρέασε καθόλου τη δημιουργία της έκθεσης;
Ναι, έπρεπε να ακυρώσουμε την έκθεση! Σχεδιάζαμε να την κάνουμε πέρυσι το καλοκαίρι σε ένα δημόσιο χώρο που ανήκε στον Δήμο του Μιλάνου, αλλά ήταν και υπό τη διεύθυνση ενός θεάτρου, το οποίο και θα φιλοξενούσε την έκθεση. Είχαμε συμφωνήσει και είχαμε εξασφαλίσει χρηματοδότηση από ένα άλλο ίδρυμα. Παρόλα αυτά, η διοίκηση του θεάτρου άρχισε να μποϊκοτάρει την έκθεση από μέσα επειδή εμπλέκονταν άτομα με θέσεις υπέρ της Παλαιστίνης, κόβοντας τον κεντρικό χώρο, σε σημείο που επιλέξαμε να την ακυρώσουμε.
Αποφασίσαμε λοιπόν να μετατοπιστούμε και κατά κάποιο τρόπο να σκεφτούμε την έρευνά μας ως μια πιο μακροπρόθεσμη διαδικασία. Προσπαθώντας να καταλάβουμε πώς άλλοι συνάδελφοι εργάζονταν πάνω στο ίδιο θέμα σε άλλες περιοχές του κόσμου που αντιμετώπιζαν άλλα προβλήματα. Έτσι οργανώσαμε την προβολή “TUTTAUNANOTTE An Italian Cinematic Showcase” στο e-flux Screening Room στη Νέα Υόρκη ως το πρώτο βήμα και σταδιακά η ιδέα της έκθεσης μετασχηματίστηκε σε ένα πιο φεστιβαλικό, ας πούμε, μοντέλο το οποίο επεκτάθηκε και στο διαδίκτυο. Και ενώ αρχικά αναδιαμορφώσαμε τη δομή, ανταποκρινόμενοι σε μια κατάσταση κρίσης, τελικά όλο αυτό αποδείχθηκε πολύ ενδιαφέρον γιατί στη Νέα Υόρκη, αλλά και διαδικτυακά, μπορούσαμε να προσεγγίσουμε πολύ περισσότερο κόσμο. Δημιουργήσαμε μια πιο αποτελεσματική πλατφόρμα για την ανταλλαγή ιδεών. Ακολούθησε ένα συμπόσιο σε συνεργασία με το School of Visual Arts, πάλι στη Νέα Υόρκη φέρνοντας μαζί επιμελητές που δούλευαν πάνω σε αυτό το “είδος” έκθεσης επανεξετάζοντας το συγκεκριμένο μοντέλο. Ένα φόρουμ για αυτές τις πρακτικές υπό διαφορετικές οπτικές γωνίες. Συνεχίζουμε, λοιπόν, να συλλέγουμε αντίστοιχες εμπειρίες και πιθανώς να προκύψει ένα ακόμη συνέδριο.
Ποιά είναι τα επόμενα βήματά σας;
Θέλουμε το δεύτερο συνέδριο να είναι πιο εστιασμένο στην Ευρώπη και ήδη σκεφτόμαστε να εμπλέξουμε άτομα που συναντήσαμε στην Αθήνα, και τα πρότζεκτ που ετοιμάζουν συναντιούνται με την έρευνά μας, όπως η Μαρίνα Φωκίδη. Μας ενδιαφέρει η έννοια μιας ευρωπαϊκής συμμαχίας καθότι συχνά σκεφτόμαστε σε εθνικό επίπεδο και ξεχνάμε πόσο σημαντικές είναι αντίστοιχες συμμαχίες. Είναι ζήτημα πολιτικής κουλτούρας.
Πρωτοασχοληθήκαμε, έμμεσα, με αυτό το θέμα, όταν επιμεληθήκαμε ένα βιβλίο για τον Jonas Mekas, με τον οποίο έχουμε συνεργαστεί πολύ. Το βιβλίο ήταν ένα είδος μεταφοράς σε χαρτί της ταινίας του Mekas “Η Λιθουανία και η κατάρρευση της ΕΣΣΔ”. Κατά τη διάρκεια των τριών ετών που η Λιθουανία αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία της, ο Mekas κινηματογράφησε τις ειδήσεις που μεταδίδονταν σχετικά με αυτό το θέμα από την τηλεοπτική του οθόνη στη Νέα Υόρκη όπου βρισκόταν σε “εξορία”, από τα τέλη της δεκαετίας του ’40. Έχει ενδιαφέρον πώς στην περίπτωση του Mekas το διεθνές σύστημα ήταν ένας τρόπος να αντιμετωπίσει τον ιμπεριαλισμό. Θέλουμε να δουλέψουμε με αυτές τις αντιφάσεις.
Αυτή την εποχή δουλεύουμε πάνω σε μια ακόμη έκδοση βασισμένη στο φιλμ του Mekas “Birth of a nation”. Πρόκειται για ένα φιλμ – αρχείο αποτελούμενο από 160 πορτρέτα ανεξάρτητων κινηματογραφιστών και ακτιβιστών του κινηματογράφου που κινηματογράφησε ο Mekas μεταξύ 1955 και 1996. Καλλιτέχνες που αποτέλεσαν το λεγόμενο Νέο Αμερικανικό Σινεμά χωρίς να είναι συχνά Αμερικάνοι, αλλά μετανάστες και περιθωριοποιημένο, και, βέβαια, φίλοι. Η ιδέα ενός σινεμά της φιλίας απέναντι στο εμπορευματοποιημένο σινεμά και, την ίδια στιγμή, ένα σχόλιο για το έθνος. Έτσι η ιδέα του έθνους μπήκε με διαφορετικούς τρόπους στη ζωή μας τα τελευταία χρόνια χωρίς να γνωρίζουμε τότε πώς θα εξελιχθεί αυτό.
Η πρόσφατη συζήτηση γύρω από τα εθνικά περίπτερα της Μπιενάλε Βενετίας έκανε πάντως το θέμα της εθνικής εκπροσώπησης ξανά επείγον.
Ακριβώς, και παράλληλα, φάνηκε πόσο σημαντική έγινε ξανά η σύγχρονη τέχνη στη δημόσια σφαίρα απασχολώντας τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
Η έρευνά σας διασταυρώνεται κατά κάποιο τρόπο και μια σειρά ερωτήματα που έφερε στην Ελλάδα η συζήτηση γύρω από την αρχειακή εκθεση “Ελληνικός μήνας στο Λονδίνο 1975, 50 χρόνια μετά” στο ΕΜΣΤ πάνω στην έννοια της επιτυχίας αλλά και της κριτικής ή μαλλον της απουσίας κριτικής.