27.01.2026

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΟΡΙΖΟΝΤΑ – Η ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΧΟΝΔΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΚΑΤΣΙΑΝΗ

Ο λόγος του Θανάση Χονδρού (1953) και της Αλεξάνδρας Κατσιάνη (1954) γύρω από το κοινό τους έργο που ξεκινά επισήμως το 1981 στη Θεσσαλονίκη μοιάζει πάντα σαν απόλυτη συνέχεια αυτού, ή και σαν έργο ο ίδιος. Ο ενστικτώδης τρόπος με τον οποίο περνάνε από ένα ζήτημα στο επόμενο, τα ιστορικά στοιχεία που παρεισφρέουν, ο ορμητικός ρυθμός και τέλος η επαναλαμβανόμενη προσέγγιση του καθημερινού ως πρωταρχική τους αναφορά κάνουν τη γλώσσα τους κομμάτι της πρακτικής τους. Έτσι, παρότι σταματούν την εικαστική τους δημιουργία το 2004 θα έλεγε κανείς πως εξακολουθούν μέσω του λόγου τους γύρω από αυτή να επεκτείνουν το αδιάσπαστο σύμπαν τους με τους αισθητηριακούς κανόνες πρόσληψης και τη ρυθμική ταχύτητα. 

Εξ άλλου, από το πειρατικό ραδιόφωνο που στήνουν το 1985 μεταδίδοντας κείμενα για την τέχνη και τη μουσική, μέχρι το περιοδικό Μπιτόνι, την ποίηση και την ίδια τους την εργασία ως καθηγητές φιλόλογοι, η γλώσσα είναι βασικό τους υλικό.

Το να γράψει κανείς λοιπόν για τους Χονδρό/Κατσιάνη δεν είναι ένα εύκολο εγχείρημα, το οποίο μάλιστα ίσως και να φλερτάρει με τον κίνδυνο της ‘επιμελητικής καθοδήγησης’ που πάντα πίστευαν ότι ελλόχευε. Έτσι λοιπόν το παρόν κείμενο αναπτύσσεται εμβόλιμα, στις παρυφές και τις ρωγμές του δικού τους λόγου, των δικών τους σκέψεων με την πολύτιμη συμβολή του αρχείου του ΙΣΕΤ* ως ερευνητικό εργαλείο. Ένα κείμενο για τους Χονδρό /Κατσιάνη οφείλει να είναι δικό τους, στη γλώσσα που τους ανήκει.

Χονδρός/ Κατσιάνη, Από την δράση Κοπτική-Ραπτική, Θεσσαλονίκη, 2004

 

‘ Υποθέτουμε ότι αυτό που συμβαίνει με κάθε ζευγάρι, όταν γίνεται ζευγάρι, είναι η προσπάθεια να συντονίσουν τις συμπεριφορές τους. Δεν είναι κάτι απλό, πρέπει να λειανθούν οι ιδιοτροπίες του καθένα και μετά να οργανωθεί η κοινή καθημερινότητά τους, τόσο σε επίπεδο ζευγαριού όσο και εντός του περίγυρου. Αυτό συμβαίνει σε όλους, εμείς απλώς το διατυπώσαμε με μικρότερη ή μεγαλύτερη έμφαση σε διάφορες περιπτώσεις. Η καθημερινότητα είναι ο σκληρός πυρήνας της ζωής, μοιάζει επαναλαμβανόμενη ενώ στην πραγματικότητα διαρρέεται από ποικίλα ρεύματα όλο και ταχύτερα από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και εξής.’

Με τρόπο χειμαρρώδη αλλά ποτέ χωρίς συνείδηση, και εντάσσοντας τις παρακαταθήκες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στον σχεδιασμό της συζυγικής ζωής, οι Χονδρός/ Κατσιάνη προσεγγίζουν όχι μόνο τον πυρήνα της πρακτικής τους ως τον ‘συντονισμός των συμπεριφορών τους’ αλλά προτείνουν αυτή τη θέση ως εναλλακτική σε σχέση με τη γενικότερη αντίληψη περί τέχνης. Η ‘συμπεριφορά’ είναι για εκείνους συνώνυμο της καθημερινής ζωής και έτσι λοιπόν η άμεση και αμετάφραστη καθημερινότητα γίνεται η βασική ‘μαγιά’ γι’αυτό που με σιγουριά μπορούμε να πούμε πως είναι μια από τις πιο πειραματικές και ανεξάρτητες πρακτικές περφόρμανς στον ελληνικό χώρο. Ακόμα και το μετέπειτα κυριολεκτικό και περιγραφικό όνομα που υιοθετούν το 1984 ως ομάδα μαζί με τον Ντάνη Τραγόπουλο, ‘Δημοσιουπαλληλικό Ρετιρέ’, μαρτυρά όχι απλά την εισχώρηση, αλλά την ταύτιση της καθημερινότητας τους με την τέχνη τους.

 

Χονδρός/ Κατσιάνη, Συμμετοχή της Αδελφότητας της Άμωμης Απελευθέρωσης σε διαδηλώσεις, 2003

 

‘Αυτό που διδάσκει η καθημερινότητα είναι το αδιαίρετο της ζωής. Η διεύρυνση της πρόσληψης του καθημερινού, η σύλληψη της πολλαπλότητάς του, η πολιτικοκοινωνική του διάσταση, αυτά ήταν που μας ώθησαν στο άλμα από τη θέση του κοινού στον ρόλο του δημιουργού. Για λόγους μεθόδου και μόνο διαιρούμε τα πάντα σε τομείς και κατηγορίες, αλλά η εμπειρία είναι ενιαία, η συνείδηση τα αποδέχεται όλα ως σύνολο, και την ηρωική μεγαλοστομία της μεταπολίτευσης και το αίσθημα δραματικής αδυναμίας στο Κυπριακό, το καλομαγειρεμένο φαγητό και την κακοδιατυπωμένη έκφραση, την ατμόσφαιρα ελευθερίας και την επιμονή ποικίλων στερεοτύπων.’

Η επικαιρότητα προσεγγίζεται ως συλλογική καθημερινότητα και παίζει σημαντικό ρόλο στη δουλειά τους. Σε μία από τις τελευταίες τους περφόρμανς το 2004 την ημέρα των εθνικών εκλογών ράβουν ρούχα για τους ίδιους και τους παρευρισκόμενους από εφημερίδες ενώ ακούγονται κασέτες από προεκλογικούς λόγους της δεκαετίας του ‘80. Το 2003 η ομάδα Αδελφότητα της Άμωμης Απελευθέρωσης/ 3Α που είχαν δημιουργήσει δύο χρόνια νωρίτερα μαζί με τον Έκτορα Μαυρίδη και τον Ιορδάνη Στυλίδη, ενεργοποιείται κατά τη διάρκεια των αμερικάνικων βομβαρδισμών στο Ιράκ και συμμετέχει στις διαδηλώσεις απαιτώντας ‘την επανίδρυση του ορίζοντα, της προοπτικής και του μέλλοντος’. Σε αυτά τα παραδείγματα η σχέση καθημερινότητας και τέχνης για τους Χονδρό / Κατσιάνη γίνεται ξεκάθαρη, και ακόμα πιο ξεκάθαρα συνοψίζεται στην έννοια της συμπεριφοράς.

Χονδρός/ Κατσιάνη, Δράση με τίτλο Μια τελευταία συνάντηση, μερικές εικόνες να θυμάσαι, στο πλαίσιο του Υπερδώθε, Θεσσαλονίκη, 2004

 

‘Γράψαμε για επιλογές συμπεριφορών, ας γίνουμε σαφέστεροι με κάποιο παράδειγμα. Οι αίθουσες τέχνης κλείνουν το καλοκαίρι, κάτι φυσιολογικό για τους εμπόρους αλλά όχι για τους φιλότεχνους. Είπαμε, ας λειτουργήσουμε έναν χώρο ακριβώς την περίοδο που οι εμπορικές αίθουσες κλείνουν. Έτσι πραγματοποιήθηκε η Σχεδία στη Θεσσαλονίκη το 1983. Τι άλλο μας ώθησε στη δημιουργία της Σχεδίας; Η σημασία του πλαισίου αναφοράς και της ροής. Απλές παρατηρήσεις και πάλι που προκύπτουν από την καθημερινή εμπειρία: Πώς λειτουργεί μια καλή εκπομπή μέσα στη συνεχή ροή ενός άθλιου τηλεοπτικού προγράμματος; Πώς λειτουργεί ένα σπαραχτικό έργο τέχνης σ’ έναν καλογυαλισμένο και λαμπερό χώρο;’

Η Σχεδία ιδρύεται το καλοκαίρι του 1983 και είναι σκοπίμως βραχύβια δημιουργώντας ένα πλαίσιο συνάντησης για τους ίδιους, το κοινό και άλλους δημιουργούς. Κατά το σύνηθες οι ανεξάρτητες πρακτικές δημιουργούνται και εκκολάπτονται σε κάποια σχέση με τους θεσμούς ενώ στη συνέχεια καλούνται διαρκώς να επιλέγουν πόσα βήματα προς ή μακριά από αυτούς θα πραγματοποιούν. Οι Χονδρός / Κατσιάνη σε όλη τους την καλλιτεχνική πορεία καλλιεργούν διαρκώς αυτόν τον χώρο ανάμεσα στους ίδιους και τη θεσμοποίησή τους.

 

Χονδρός/ Κατσιάνη, Οι λέξεις είναι γέφυρες, δράση στην, προγραμματικά βραχύβια, αίθουσα Σχεδία, Θεσσαλονίκη, 1983

 

‘Είναι βασικό, δηλαδή, ότι δεν εκπαιδευτήκαμε για να γίνουμε καλλιτέχνες. Γλιτώσαμε από τις προτροπές να αναπτύξουμε «προσωπική γλώσσα» και «καλλιτεχνικό όραμα». Ούτε είχαμε πρόθεση να χαρακτηριστούμε καλλιτέχνες, απλώς οι επιλογές συμπεριφορών μέσα στο χαώδες καθημερινό τοπίο μάς έφεραν εκεί. Και τα πρώτα χρόνια ντρεπόμασταν, όποτε μας ονόμαζαν έτσι ή μας ζητούσαν να υπογράψουμε κάποιο μας έντυπο. Το αποδεχτήκαμε όμως, επειδή η άρνησή μας με το πέρασμα του χρόνου θα έμοιαζε προσποίηση.’

 

 

 

Χονδρός/ Κατσιάνη, Λογότυπο των εκδόσεων οἴκοι, Θεσσαλονίκη, 2018-σήμερα

 

Και αργότερα συνεχίζουν…

‘Είπαμε ότι δεν εκπαιδευτήκαμε για να γίνουμε καλλιτέχνες, εκπαιδευτήκαμε όμως να παρατηρούμε, να αναλύουμε, να κρίνουμε. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι εκπαιδευτήκαμε ως κοινό. Και η περφόρμανς έχει ένα χαρακτηριστικό που δεν έχουν οι άλλοι εκφραστικοί τρόποι. Κάποιος μπορεί να ζωγραφίζει για το κέφι του, να παίζει κάποιο όργανο για να περνάει την ώρα του, να γράφει ποιήματα για το συρτάρι του, όμως η περφόρμανς δεν υπάρχει χωρίς κάποιο κοινό. Το κοινό είναι στο κέντρο της περφόρμανς. Σεβόμαστε το κοινό, σεβόμαστε το φίλτρο των προσωπικών του αναγκών και εμπειριών που οδηγεί στην πρόσληψη με τον έναν ή άλλο τρόπο ενός έργου. Δεν εκτιμούμε ιδιαίτερα την καθοδήγηση, που συχνά φτάνει στη χειραγώγηση, εκ μέρους αρκετών επιμελητών.’

 

Με τη σκέψη στο κοινό και τον τρόπο που το φαντάζονται να εντάσσεται αναπόσπαστα στις δράσεις τους, αξίζει να σημειωθεί πως ένας βασικός ‘συνομιλητής’ που ‘έθρεψε’ την πρακτική τους σε μεγάλο βαθμό ήταν οι μαθητές των σχολείων στα οποία εργάζονταν.

‘Πρέπει να τονίσουμε και την επίδραση που άσκησε επάνω μας η εργασία μας στα σχολεία. Δεν μπορείς να ξεγελάσεις τα παιδιά. Οι ενήλικες παγιδεύονται συχνά με δυο τσιτάτα ενός συγγραφέα που αγνοούν και δεν θέλουν να το ομολογήσουν. Αντίθετα, οι μαθητές δεν διστάζουν να απορρίψουν όσα δεν τους πείθουν.’ 

 

Χονδρός/ Κατσιάνη, Λίγο μετά την εκκίνηση με την ομάδα των Ανώνυμων Ορθολογιστών, Κήποι Ζαγορίου, 2017

 

Αναρωτιέμαι πως θα υπήρχε σήμερα μια περφόρμανς των Χονδρού /Κατσιάνη, δεδομένου του ότι όπως παρατηρούν και οι ίδιοι, τα τεχνολογικά επιτεύγματα έχουν συρρικνώσει τον χώρο του συναπαντήματος και έχουν διευρύνει το πεδίο του θεάματος. 

‘ Ο δημόσιος χώρος είναι προνομιακός για παρουσίαση περφόρμανς (ιδιαίτερα απροειδοποίητων), επειδή η δράση έχει χαρακτήρα συναπαντήματος. Το κοινό σε συνθήκες καθημερινότητας έρχεται αντιμέτωπο με κάτι που διασαλεύει τη συνήθεια δίνοντας ερεθίσματα για σκέψη και συναισθήματα. Βέβαια, σήμερα με την πληθώρα κινητών που βιντεογραφούν ή φωτογραφίζουν οτιδήποτε, κάθε δράση τείνει να υποβιβαστεί σε θέαμα (αντίθετα, στο παρελθόν υπήρχαν δράσεις που έμεναν χωρίς καμία καταγραφή).’

Παρόλη τη σημασία του δημόσιου χώρου, το σπίτι, ο προσωπικός οικιακός χώρος έχει επίσης εξέχοντα ρόλο στη δουλειά τους και πως θα μπορούσε άλλωστε να γίνει διαφορετικά όταν πρόκειται για μια πρακτική που ασπάζεται με τέτοια έμφαση την αξία του καθημερινού, για δύο καλλιτέχνες με μια τόσο συντονισμένα αυθόρμητη συμπεριφορά, αλλά και για δύο εργαζόμενους γονείς χωρίς κανένα περιορισμό στα καλλιτεχνικά τους μέσα; Το Υπερδώθε – όρος στον αντίποδα του ‘Υπερπέραν’- και που αντί να προσεγγίζει το μεταφυσικό, περιγράφει το καθημερινό, ήταν μια καθημερινή παρουσίαση έργων στο διαμέρισμά τους τον Μάρτιο του 2004, ο πειρατικός ραδιοσταθμός αλλά και εναλλακτικός καλλιτεχνικός χώρος Σχεδία εξέπεμψε και οργανώθηκε επίσης από το ίδιο μέρος, ενώ σήμερα ο εκδοτικός οίκος ‘οκοι’ (ως επίρρημα με ψιλή και οξεία) σημαίνει ‘στο σπίτι’ με μια διάθεση να πλαισιώσουν ό,τι προκύπτει από το οικογενειακό παιχνίδι.

Χονδρός/ Κατσιάνη, Εικονικά συνέδρια (συμπόσια, ημερίδες): μία αφίσα, Θεσσαλονίκη, 2019

 

Σε μια συνέντευξη του 2021 στον Κωστή Κηλύμη γράφουν πως ‘τελικά, ίσως δεν το διατυπώσαμε εμείς όπως θα έπρεπε. Είπαμε ότι εγκαταλείπουμε την εικαστική δημιουργία, ενώ θα ήταν πιο σωστό, αλλά δυστυχώς αόριστο, να πούμε ότι η εικαστική δημιουργία δεν περιλαμβάνεται πια στη συμπεριφορά μας. Επειδή από την αρχή μας ενδιέφερε η συμπεριφορά ως κάτι συνολικό.’  

Ο συντονισμός της συμπεριφοράς τους όμως όπως ήταν αναμενόμενο συνεχίζει. Με την ομάδα Ανώνυμοι Ορθολογιστές που δημιουργούν μαζί με τα παιδιά τους και με την οποία παίρνουν μέρος σε ορεινούς αγώνες μεγάλων αποστάσεων αλλά επίσης οργανώνουν εικονικά συνέδρια όπως το ‘Η κακεντρέχεια ως αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής’,  με την ποίηση που εξακολουθούν να γράφουν, το οκοι και οκοι 2310, με το Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ που θα συνεχίσει να δρα μέχρι το 2006 και με τόσες άλλες συντονισμένες και ασυντόνιστες συμπεριφορές που θα συνεχίσουν να υπάρχουν στον δημόσιο και ιδιωτικό τους χώρο με ή χωρίς τη γνώση μας.

Χονδρός/ Κατσιάνη,  Δράση του Δημοσιοϋπαλληλικού Ρετιρέ με τίτλο Κανόνας στο πλαίσιο της Πανελλήνιας Έκθεσης, Πειραιάς, 1987.

 

*Αφετηρία και πυξίδα του παραπάνω κειμένου αποτελεί το αρχείο του Ινστιτούτου Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης (ΙΣΕΤ) και η έρευνα σε αυτό. Με αρχικό στόχο την κατανόηση και χαρτογράφηση των επιτελεστικών πρακτικών στην Ελλάδα από τη δεκαετία του 1970 μέχρι και σήμερα βρέθηκα αντιμέτωπη με πληθώρα ερευνητικών σκοπέλων οι οποίοι αφορούσαν ως επί τω πλείστων την απουσία καταγραφής τέτοιων δράσεων όταν αυτές δεν πραγματοποιούνταν εντός θεσμικών πλαισίων. Η πρακτική των Χονδρού/Κατσιάνη αποτέλεσε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα παραδείγματα της εν εξελίξει έρευνάς μου και έτσι το κίνητρο του κειμένου μετατοπίστηκε από τη σύνοψη των διαθέσιμων πηγών, στην παραγωγή νέας γνώσης με την άμεση συμβολή των εμπλεκόμενων καλλιτεχνών. Η έρευνα και κατ’ επέκταση το παρόν κείμενο στοχεύει σε μια αμφίδρομη σχέση τροφοδότησης με το αρχείο του ΙΣΕΤ.