24.02.2026

PIERRE MAGENDIE ΚΑΙ ΝΙΚΟΛΑΣ ΒΑΜΒΟΥΚΛΗΣ, ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΩΛΟΓΟΣ

Την Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026, μετά την παράσταση ΤΟ ΛΩΛΟ στον χώρο Μ54 στην Αθήνα, ο Pierre Magendie συνομίλησε με τον επιμελητή Νικόλα Βαμβουκλή για το πώς γεννήθηκε και στήθηκε το νέο του έργο: από τις πρώτες απόπειρες και τις πρακτικές αποφάσεις, έως τη σχέση χορογραφίας, περφόρμανς, εικόνας και ήχου. Με αφετηρία τη λέξη «λωλό», εξετάζουν τι σημαίνει σήμερα να ξεφεύγεις από τη νόρμα, πότε το παράλογο μοιάζει να γίνεται κανόνας και πώς αυτό μεταφράζεται σε σκηνική παρουσία.

Νικόλας Βαμβουκλής (ΝΒ): Μουρλό, τρελό, ζουρλό, «ΤΟ ΛΩΛΟ»! Τι σημαίνει για σένα ο τίτλος του νέου αυτού έργου; Και τελικά, ποιο είναι το λωλό σήμερα;

Pierre Magendie (PM): Πριν ασχοληθώ με τον χορό, σπούδασα φιλολογία. Οπότε αυτά τα λογοπαίγνια και η εμμονή με τη γλώσσα έχουν ποτίσει τη δουλειά. Αρχικά ήθελα έναν πιασάρικο τίτλο, γιατί θέλουμε να κάνουμε παγκόσμια περιοδεία (γέλια). Στην προσπάθεια να ορίσουμε το «λωλό», τόσο στην προετοιμασία όσο και τώρα που τρέχει το έργο, αποφύγαμε συνειδητά να το περιορίσουμε. Το «λωλό» είναι ωραίο στα ελληνικά επειδή είναι ουδέτερο. Είναι ένα πλάσμα; Είναι μια έννοια κουλαμάρας; Είναι το non-binary πολίτο της Αθήνας το 2026; Είναι μάλλον όλα. «Ό-λωλα». Είναι αυτό που χωράει πολλά. Θέλαμε να κρατήσουμε το πεδίο ανοιχτό. Οι λέξεις που είπες διαφέρουν ελάχιστα μεταξύ τους, ενώ περιγράφουν κάτι παρόμοιο. Το «λωλό» ήταν το πιο αστείο ηχητικά λόγω του αναδιπλασιασμού, και πάνω του πάτησε σχεδόν το μισό έργο. Το «ζουρλό» φέρνει τον ζουρλομανδύα. Το «τρελό» πάει αλλού. Κρατήσαμε έτσι κάτι πιο γενικό.

ΝΒ: Πώς γεννήθηκε αυτό το έργο; Ποια ήταν η πρώτη σπίθα;

PM: Πολύ σημαντική φέτος η φωτιά! Αρχίζει σε λίγο η χρονιά του Πύρινου Αλόγου για τους Κινέζους (γέλια). Το έργο ξεκίνησε το 2019 και ήταν κάπως προφητικό. Ξεκίνησα πρόβες τον Δεκέμβρη, λίγο πριν την πανδημία. Ήθελα νέα παραγωγή και η μοίρα μου είπε: όχι, ηρέμησε. Ο τίτλος, λοιπόν, έκατσε κουτί. Είχα την κάψα του καλλιτέχνη να φτιάξει νέο έργο, να δείξει ότι έχει αξία. Είπα: θα το κάνω μόνος μου. Έκλεισα έναν χώρο, έκανα δύο μήνες πρόβες, και έπαθα κατάθλιψη γιατί δεν έβγαινε τίποτα. Ήμουν μίζερος. Όλα μου φαινόντουσαν για πέταμα. Και μετά ήρθε το Covid-19, οπότε δεν προχώρησε. Ύστερα ήρθε η ζωή: δουλειές, έρωτες, όλα αυτά. Τώρα, χάρη στην υποστήριξη της ARTWORKS, μου δόθηκε μια ευκαιρία να υλοποιήσω τις ιδέες μου, να μαζέψω κόσμο, να δουλέψουμε σε πιο επαγγελματικές συνθήκες.

ΝΒ: Πώς αναπτύχθηκε στην πράξη; Αυτή η ιδέα του παράλογου, που σήμερα μοιάζει να γίνεται σχεδόν κανόνας, πώς μεταφράστηκε σε παράσταση;

PM: Υπάρχουν δύο όψεις. Η μία, και ίσως η πιο σημαντική, είναι προσωπική: το να νιώθεις λωλό σε καταστάσεις όπου δεν ανήκεις. Η άλλη είναι πιο συλλογική. Την τελευταία πενταετία, φαίνεται πως όλα έχουν λωλαθεί ή πάνε προς μια «λωλο-ποίηση». Πώς λοιπόν το παράλογο, το μέσα μου και το γύρω μου, γίνεται έργο; Αυτή είναι η μαγεία των παραστατικών τεχνών. Έχεις μια ιδέα όταν είσαι μόνος σου, αλλά απελπίζεσαι γρήγορα.  Μετά έχεις το πέρα-δώθε με φανταστικούς συνεργάτες, όπως η Μαρία Βούρου, ο Σάκης Μπιρμπίλης, η Έλενα Νοβάκοβιτς, η Άννα-Μαρία Ράμμου και ο Photoharrie. Σταδιακά οι σκόρπιες σκέψεις σου παίρνουν μορφή και αλλάζεις γνώμη. Συνειδητοποιείς ότι εντάξει, δεν είναι σκατά, γιατί αυτή η ζύμωση οδηγεί τελικά στο αριστούργημα που είδατε (γέλια). Είναι συλλογικό ταξίδι. Δεν γίνεται αλλιώς.

 


ΝΒ: Στο έργο υπάρχει έντονα το κείμενο. Πώς μπαίνει η συγγραφή στη δουλειά σου; Με ενδιαφέρει ο χειρισμός της γλώσσας, ειδικά η επιλογή των ελληνικών και η σχέση με το έμφυλο. Πώς αποφασίζεις τι λέγεται και πώς λέγεται;

PM: Έχω γίνει 40. Τα μισά χρόνια μου τα έχω περάσει εδώ. Τα ελληνικά δεν είναι η μητρική μου γλώσσα, αλλά η «μητρική» μου, με έναν τρόπο, δεν είναι πια η γλώσσα μου. Τα γαλλικά μου είναι και λίγο 90s, οπότε όταν πάω στη Γαλλία νιώθω κάπως boomer. Η καθημερινότητά μου είναι εδώ. Η συγγραφή ήρθε ενστικτωδώς, γιατί και έχω σπουδάσει σχετικά, και σαν χαρακτήρας μου αρέσει να κάνω αστεία, να παίζω αυθόρμητα με το υλικό γύρω μου. Αν και αποφεύγω τους ορισμούς, με ορίζω πρώτα ως χορευτή. Ο χορός έχει κάτι μη-λογικό, δεν χρησιμοποιεί λόγο. Πάει μπροστά το σώμα. Μου αρέσει πώς ο λόγος και η κίνηση μπορούν να συνυπάρξουν χωρίς το ένα να εξηγεί το άλλο. Κυλάνε στην ίδια συχνότητα. Οι πρόβες ξεκινάνε από ιδέες. Για παράδειγμα, ήθελα να δουλέψω ποντιακό χορό. Δοκίμασα κινησιολογία που μετά επηρέασε και τον ήχο. Ένα κότσαρι μετατράπηκε σε τέκνο που μπήκε στο τέλος. Κάπως έτσι δουλεύει και ο λόγος. Πόσο αστεία μπορεί να γίνει μια λέξη όπως το «λωλό»; Η πρόκληση είναι να ρίξουμε φως στη διαδρομή προς όσα συμβαίνουν γύρω μας, χωρίς να χάνουμε το χαμόγελό μας.

ΝΒ: Κάποια στιγμή στις διάφορες ανακοινώσεις σου ακούγεται: «Απολαύστε υπεύθυνα, απολαύστε ελεύθερα και… πολιορκημένα.» Τι σημαίνει για σένα ελευθερία; Νιώθεις ελεύθερος;

PM: «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι»… νομίζω οι Γάλλοι δεν μπορούμε να αντισταθούμε σε ένα κακό λογοπαίγνιο. Διασκεδάζω με αυτή την ανάγκη να συγκρίνεσαι με μνημεία. Προφανώς γίνεται με χιούμορ. Υπάρχουν κι άλλα τέτοια, όπως το «πατάτες έχωωωω» ή το «ότι ο άνθρωπος που είναι σοβαρός, είναι σοβαρός». Αναφορές άλλες ιστορικές, άλλες καθημερινές. Δεν είμαι σίγουρος για την ελευθερία, δεν είμαι φιλόσοφος. Μου αρέσει όμως το ανακάτεμα βαρύγδουπων και πεζών πραγμάτων. Το μεγαλείο και το λωλό.

 

 

ΝΒ: Μια άλλη φράση που μου έμεινε: «Αν επιτρέπεις κάτι να συμβεί, σημαίνει ότι το ενθαρρύνεις κιόλας;» Θες να προσπαθήσεις να το απαντήσεις;

PM: Πολλές φορές μας επιτρέπεται και μας ενθαρρύνεται να κάνουμε πολλά. Κι όμως, περιοριζόμαστε μόνοι μας. Εγώ ήθελα να κάνω μια παράσταση που να τα βάλω όλα: σπαγκάτ, στροφές, κωλοτούμπες, ό,τι έχω κάνει κατά καιρούς, όλα τα στοιχεία της μέχρι τώρα πορείας μου. Να το κάνω στη σκηνή χωρίς περιορισμούς για μένα και χωρίς περιορισμούς για την ανάγνωση του έργου. Κάπως έτσι θέλω να ζω κιόλας. Και το κάνω. Mic drop (γέλια).

ΝΒ: Συχνά οι χαρακτήρες σου έχουν ένα extravaganza στοιχείο. Τι σημαίνει για σένα αυτή η αισθητική της πληθωρικότητας;

PM: Επειδή με ενδιαφέρει η εξωστρέφεια του έργου, μεταφράσαμε τον τίτλο «ΤΟ ΛΩΛΟ» στα αγγλικά ως “DA LULU”. Υπάρχει ένα κομμάτι μου που είναι ακριβώς έτσι, ντελούλου. Βαθιά μέσα μου πιστεύω ότι δεν είμαι πληθωρικός. Είμαι μετρημένος. Απλώς το δικό μου «μετρημένο» μάλλον δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα. Ποια πραγματικότητα όμως; Έχει σημασία ότι μεγάλωσα στην επαρχία. Όταν λέω ότι είμαι Γάλλος, όλοι σκέφτονται Παρίσι. Δεν έχω σχέση με την πρωτεύουσα. Μεγάλωσα σε μια κωμόπολη στην άκρη της χώρας, σαν να είσαι έξω από την Ξάνθη (γέλια). Το περιβάλλον μου δεν ήταν πληθωρικό. Όπως λέω και στην αρχή της παράστασης: «Ωραίο να έχεις τόση μεγάλη επιλογή. Αλλού δεν έχουν καθόλου». Μεγάλωσα με ελλείψεις σε ερεθίσματα και ορίζοντα. Ερχόμενος στην Αθήνα, ανακάλυψα το πληθωρικό και το χαοτικό της πόλης και με μάγεψε. Γι’ αυτό έγινε ο τόπος μου. Πολλοί με ρωτάνε: τι κάνει ένας Γάλλος σε αυτό το αχούρι; Έχει να κάνει με το πώς ένας τόπος ανταποκρίνεται σε αυτό που σου λείπει, σε αυτό που σε συμπληρώνει.

ΝΒ: Το πρώτο κοστούμι σου είναι σαν κολάζ διαφορετικών στοιχείων. Τι είναι όλα αυτά τα κομμάτια που ενώνεις; Πώς τα διαλέγεις;

PM: Η ραπτική ήρθε τυχαία στη ζωή μου. Σπούδαζα στην ΚΣΟΤ και ήθελα να φτιάξω κοστούμια για ένα έργο, αλλά δεν είχα ιδέα. Πήγα στην Καλαμιώτου, αγόρασα υφάσματα, βελόνες, κλωστές. Έφτιαξα την πρώτη μου φούστα και ήμουν πανευτυχής. Μετά πήρα ραπτομηχανή. Μετά έντυσα το σπίτι, τα έπιπλα, τον εαυτό μου. Και, 15 χρόνια μετά, να η πανδαισία που είδατε σήμερα (γέλια). Το κοστούμι είναι από λύκρα, σαν των ποδηλατών. Γίνεται ένα με το δέρμα και κολακεύει. Κάποια κομμάτια τα είχα αγοράσει παλιότερα και δεν τα είχα χρησιμοποιήσει. Κάποια είναι καινούρια. Δεν ξέρω αν υπάρχει συγκεκριμένο νόημα. Ξέρω ότι ήταν όμορφα και ταίριαζαν στο κεφάλι μου. Στις πρόβες δοκιμάσαμε ένα black light που το απογείωσε, και φυσικά το κρατήσαμε. Η μαγεία των παραστατικών τεχνών ξαναχτυπά! Το σημαντικό είναι ότι, όπως και τα περισσότερα που φτιάχνω, είναι patchwork. Το upcycling είναι της μόδας, αλλά έτσι λειτουργεί και ο εγκέφαλός μου. Βάζω πράγματα στο μπλέντερ, βλέπω τι βγαίνει και μετά το σουλουπώνω. Σαν τη συζήτησή μας, που μάλλον τώρα κάποιος τη διαβάζει…

 

ΝΒ: Ας μιλήσουμε και για το σκηνικό. Η διαρρύθμιση είναι σαν να βρισκόμαστε σε ένα είδος catwalk. Γιατί διάλεξες αυτό το σετ; Τι «γράφει» για σένα στη σχέση performer και θεατή;

PM: Θα σας πω μια ιστορία. Έκανα μια δουλειά στο εξωτερικό και, όταν τελείωσε, οι χορευτές μού χάρισαν μια μπλούζα που έγραφε μπροστά «WHY?» και πίσω «WHY NOT?». Δεν είχα καταλάβει πόσο συχνά το λέω! Πολλά πράγματα δεν έχουν εξήγηση, απλώς προκύπτουν. Διάλεξα την πασαρέλα γιατί, αρχικά, είμαι fashion icon (γέλια). Σοβαρά τώρα, δεν μου αρέσει η μετωπική λογική του θεάτρου: κάποιος πάνω στη σκηνή και το κοινό από κάτω. Έτσι όπως είναι εδώ, το λωλό είμαι εγώ, είσαι κι εσύ, είμαστε όλοι. Με κοιτάς, αλλά κοιτάς και τον απέναντί σου. Ναι, η πασαρέλα έχει τη δική της αρχιτεκτονική λογική, αλλά η βασική ιδέα είναι η ορατότητα. Η παράσταση είναι μια αφορμή να βρεθούμε όλοι μαζί και να απολαύσουμε τη στιγμή. Στην υγειά σας, βρε παιδιά!

ΝΒ: Μου άρεσε το κιμονό που φοράς στο τέλος. Φορούσες ένα παρόμοιο το 2018, σε μια περφόρμανς που είχαμε κάνει στη Λέσβο. Θυμάμαι ότι την επόμενη μέρα ένας πιτσιρικάς ρώτησε: «Θα έρθει και σήμερα ο κύριος που χτυπά το πόδι στο κεφάλι του;». Τόσο είχε εντυπωσιαστεί. Φαίνεται ότι είναι signature κίνηση σου. Τα τελευταία χρόνια γίνονται βήματα για την προώθηση του χορού σε όλη την Ελλάδα. Είπες κι εσύ πριν: «Πήξαμε τέχνη, τέχνη, τέχνη, τέχνη». Πιστεύεις ότι η περφόρμανς έχει πρόσβαση στο ευρύ κοινό; Τι λείπει, και τι σε ενδιαφέρει να αλλάξει;

PM: Η κλωτσιά αυτή, το battement, έχει σχέση με το «τι μας επιτρέπεται» και «τι μας ενθαρρύνεται» που λέγαμε πριν. Οι χορευτές εκπαιδευόμαστε συστηματικά, μπαλέτο και σύγχρονο, και στην κορύφωση του μαθήματος πρέπει να πετάς το πόδι όσο πιο ψηλά γίνεται. Το κάνεις πρωί και βράδυ για τρία χρόνια. Και μετά πας να δεις παράσταση και δεν βλέπεις πουθενά αυτό το βήμα! Μα γιατί; (γέλια) Για την τέχνη στην Ελλάδα… δεν είμαι σίγουρος τι ακριβώς κάνω. Είναι χορός; Θέατρο; Περφόρμανς; Μέσα μου πιστεύω ότι παρουσιάζω χορό. Όταν χτυπάω το πόδι στο κεφάλι, ο κόσμος λέει κατευθείαν: «χορευτής». Έχω δουλέψει πολύ στο εξωτερικό, για παράδειγμα στη Γερμανία, όπου ο χορός υποστηρίζεται κρατικά. Ακόμα και στη μικρότερη πόλη υπάρχει ένα αντίστοιχο κρατικό θέατρο με 20-μελή θίασο που ανεβάζει κάθε χρόνο τουλάχιστον μια «Κάρμεν» και μια «Λίμνη των Κύκνων». Η μικρή πόλη παράγει την τέχνη της. Εδώ δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Λείπει η υποστήριξη, λείπει και η εκπαίδευση. Το 2006, όταν ήρθα στην Ελλάδα, είδα τις φωτιές του Αϊ-Γιαννιού, τον κόσμο στα πανηγύρια, νταούλια, λύρες, χαμός. Δεν είναι ότι δεν υπάρχει χορός. Γίνονται σίγουρα πολλές δράσεις. Ποιο είναι το κοινό που στοχεύει; Πάνω από τους μισούς που ήρθαν απόψε είναι φίλοι μου. Ίσως πρέπει να σκεφτούμε και ποιον χορό θέλει το κοινό. Τον έντεχνο; Τον λαϊκό; Δεν είναι τυχαίο το κλείσιμο αυτής της παράστασης άλλωστε. 

 

ΝΒ: Κλείνεις με μια παράφραση από το αγαπημένο ζεϊμπέκικο του Πασχάλη Τερζή: «Ζήτω ο τρελός κι η τρέλα του, που ’χει μες στο μυαλό του. Στου κόσμου την παράνοια, βρήκε τον εαυτό του». Ακούγεται σαν ευχή και κατάρα μαζί, σαν ανάθεμα. Να κλείσουμε με μια δική σου ευχή, για σένα, για τον κόσμο.

PM: Ζήσε λωλό την τρέλα σου, λέω εγώ… Αυτό είμαι, αυτό πουλάω. Το χρειάζεται ο κόσμος; Ίσως. Δεν είμαι πολιτικός. Είναι ο χορός πολιτική πράξη; Προφανώς. Όπως και το κοραλί κολάν που φοράω. Το μήνυμά μου για το μέλλον είναι αυτή η παράσταση, που είναι σαν ένα αλλόκοτο γλέντι. Μια πρόσκληση στη σύνδεση, στη διασκέδαση, στην απόλαυση της κοινής στιγμής. Εύχομαι καλό κουράγιο.

__________________________________________________________________________

ΤΟ ΛΩΛΟ, Pierre Magendie
Παραστάσεις: 14, 15, 21, 22 & 28 Φεβρουαρίου και 1 Μαρτίου 2026, στις 20:00.

Μ54, Μενάνδρου 54, 10431 Αθήνα.

Μάθε περισσότερα για το ΤΟ ΛΩΛΟ και τον Pierre Magendie εδώ: https://art-works.gr/project/to-lolo/

ΤΟ ΛΩΛΟ υποστηρίζεται από το πρόγραμμα 2025 ARTWORKS Grants που χρηματοδοτείται από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ) και άλλους ιδιώτες δωρητές.

Ο Νικόλας Βαμβουκλής είναι επιμελητής και συγγραφέας. Έχει βραβευτεί από την ARTWORKS (2021) και είναι Fellow του Προγράμματος Υποστήριξης Καλλιτεχνών του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος.

Οι φωτογραφίες αποτελούν ευγενική παραχώρηση θεατών.