
Από πολλές απόψεις, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι η όσφρηση και η γλώσσα είναι υπερβολικά διαφορετικές για να ανήκουν στην ίδια συζήτηση. Εν μέρει επειδή η προσπάθεια του να «πλαισιώσεις» μια μυρωδιά με λέξεις είναι μάλλον μάταιη. Ακόμα πιο δύσκολο ίσως να την περιορίσεις στη γλώσσα, παρά στο χώρο. Ταυτόχρονα, όμως, τόσο η όσφρηση όσο και η γλώσσα μοιράζονται μια αμφίσημη, παιγνιώδη ποιότητα, και ακριβώς εκεί είναι που αναδύεται η αφήγηση: ως μια προσπάθεια να γεφυρωθούν οι δύο, με την περιγραφή να ολισθαίνει διαρκώς προς εξωτερικές αναφορές ή προσωπικές εμπειρίες. Πρόκειται για μια προσπάθεια καταδικασμένη να αποτύχει, αφού η όσφρηση βασίζεται στην παρουσία και τη σωματικοποιημένη εμπειρία· βρίσκω, όμως, εξαιρετικά ενδιαφέρον το να δουλεύω με ένα μέσο το οποίο διαρκώς διαφεύγει, μπερδεύει, ακόμη και απογοητεύει.
Εκτός από τη χημική ορολογία, η όσφρηση στερείται επίσης ενός συγκεκριμένου και σαφούς λεξιλογίου. Συνήθως καταφεύγουμε σε φράσεις όπως «μυρίζει σαν…» ή «μου θυμίζει…». Αυτή η ολίσθηση, αυτή η αδυναμία σταθεροποίησης του νοήματος, είναι κάτι που με ενδιαφέρει βαθιά. Νομίζω ότι γι’ αυτό άρχισα να ενδιαφέρομαι ολοένα και περισσότερο για την όσφρηση ως αφηγηματικό μέσο. Επιτρέπει μορφές παραγωγής νοήματος που υπερβαίνουν τη γλώσσα ή, τουλάχιστον, την αποσταθεροποιούν. Η οσμή είναι διάχυτη, σχεσιακή και αδύνατο να περιοριστεί· δημιουργεί δικό της χώρο και καταστάσεις αντί για σταθερές αναπαραστάσεις. Υπό αυτή την έννοια, την προσεγγίζω ως έναν τρόπο παραγωγής ενσώματων, συμμετοχικών αφηγήσεων που εκτυλίσσονται μέσα από την παρουσία και την εμπειρία.

Ηλέκτρα Σταμπούλου, Thirsty Towels, 2025, Photo: bmin0r
Το διάβασμα, η κατασκευή πραγμάτων και η κίνηση είναι αυτά προς τα οποία ανέκαθεν έλκομαι, και αποτελούν πρακτικές στις οποίες συνεχίζω να επιστρέφω και για τις οποίες προσπαθώ ενεργά να διατηρώ χώρο και διαθεσιμότητα. Έτσι, θα τοποθετούσα την πρακτική μου στο σημείο όπου διασταυρώνονται η περιέργεια, ο πειραματισμός, η δοκιμή και το λάθος, καθώς και η αποδοχή της διαρκούς αποτυχίας. Η θεωρία και ο υλικός πειραματισμός δεν είναι ξεχωριστές διαδικασίες. Η έρευνά μου συχνά ξεκινά μέσα από την ανάγνωση, αλλά τελικά αποκτά υλική ή, με κάποιον τρόπο, χωρική μορφή. Η απόσταξη, η δημιουργία οσφρητικών συνθέσεων, η γραφή και η αφήγηση είναι απλώς διαφορετικές διαδρομές για να προσεγγίσω παρόμοια ερωτήματα, ή, ακόμη καλύτερα, είναι εργαλεία που επιτρέπουν διαφορετικές αποχρώσεις και ποιότητες. Βλέπω όλα αυτά τα πεδία ως διαφορετικούς τρόπους διερεύνησης. Με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα οι μορφές έρευνας που υπερβαίνουν την αυστηρά κειμενική παραγωγή γνώσης και στρέφονται σε πολυαισθητηριακές ή βιωματικές μεθοδολογίες.
Αντιλαμβάνομαι τη συμμετοχικότητα κυρίως ως έναν τρόπο επαναδιαπραγμάτευσης του καλλιτεχνικού αποτελέσματος και αποδέσμευσης του από την αυστηρή καλλιτεχνική αυθεντία. Το να προσκαλείς περισσότερα άτομα μέσα στη διαδικασία, να ανοίγεις τη δημιουργία του έργου αλλά και το υποτιθέμενα «τελικό» αποτέλεσμα, να αποδέχεσαι τη συνεργασία ή τον παραλογισμό φαινομενικά εξωτερικών παρεμβάσεων μπορεί να είναι χαοτικό και δύσκολο, αλλά και ανεκτίμητο. Η συμμετοχικότητα εισάγει το στοιχείο της απρόβλεπτης εξέλιξης, κάτι που εκτιμώ βαθιά. Ειδικά με την οσφρητική δουλειά, η πρόσληψη δεν είναι ποτέ σταθερή ή καθολική. Οι άνθρωποι φέρνουν μαζί τους δικές τους μνήμες, συνειρμούς και αποστροφές κατά τη συνάντηση με το έργο, και αυτό το αναδιαμορφώνει θεμελιακά κάθε φορά. Με ενδιαφέρει να δημιουργώ συνθήκες κοινής δράσης και πολλαπλότητας, όπου το νόημα τίθεται υπό διαπραγμάτευση συλλογικά, αντί να είναι πλήρως προδιαγεγραμμένο ή προαποφασισμένο.

Ηλέκτρα Σταμπούλου, Laboratory, Photo: bmin0r
Πέρα από τις αυστηρά πρακτικές πτυχές που εξαρτώνται από διάφορους παράγοντες [για παράδειγμα, το γυαλί μπορεί να φέρει άρωμα χωρίς να επηρεάζει τη χημική του σύνθεση ή να το απορροφά], θα έλεγα ότι προσπαθώ να χρησιμοποιώ το υλικό που εξυπηρετεί καλύτερα την ιδέα του έργου. Χρωματικά, πάντα έλκομαι προς τους πιο σκούρους τόνους και τα διαφανή υλικά. Βιώνω μια ελαφρά μορφή οπτικο-οσφρητικής συναισθησίας, επομένως τα χρώματα μπορούν να μου ενεργοποιήσουν διάφορες μυρωδιές. Εξαιτίας αυτού, τείνω να διατηρώ το έργο χρωματικά «ήσυχο», ενώ αφήνω περισσότερο χώρο για μορφολογική ή χωρική εξερεύνηση μέσω του σχήματος και της υφής.
Κυρίως το γεγονός ότι η γλώσσα είναι ένα υλικό το οποίο είναι διαρκώς παρόν και απεριόριστα εύπλαστο. Οι περιορισμοί και τα αδιέξοδά της, τα σύμβολα και τα σημάδια της υπάρχουν για να αναγνωρίζονται και να επισημαίνονται, ώστε να ωθηθούν ενεργά προς ανανοηματοδότηση. Η δυνατότητα και η ικανότητα επανάληψης και επανα-διατύπωσης μέσα από τη γλώσσα, είτε πρόκειται για κείμενο, υλικό ή οσμή, αυτή η «μετατόπιση» είναι που επιτρέπει την οποιαδήποτε εξέλιξη. Το νόημα δεν είναι ποτέ σταθερό· μεταβάλλεται διαρκώς ανάλογα με το συγκείμενο, την επανάληψη και την πρόσληψη, μεταξύ πολλών άλλων. Νομίζω ότι αυτού του είδους η αστάθεια είναι ιδιαίτερα γόνιμη.

Ηλέκτρα Σταμπούλου, Rehearsing dormancy so far, 2023, Photo: bmin0r
Οι σχέσεις εξουσίας, οι κοινωνικές δομές και οι ιδεολογικές επιλογές επηρεάζουν όλες τις πτυχές της ζωής, οπότε δεν θεωρώ ότι η καλλιτεχνική πρακτική μπορεί ποτέ πραγματικά να υπάρξει έξω από το πολιτικό. Στη δουλειά μου με ενδιαφέρει ιδιαίτερα το πώς το πολιτικό διαπερνά την αισθητηριακή και την καθημερινή εμπειρία. Ειδικά με την όσφρηση, άρχισαν να με ενδιαφέρουν οι τρόποι με τους οποίους συνδέεται με τους κυρίαρχους λόγους, το κατά πόσο θα μπορούσαν να αποδοθούν οσμές σε πολιτικά συστήματα, ιδεολογίες ή μορφές διακυβέρνησης, και τι θα μπορούσαν να αποκαλύψουν τέτοιοι συσχετισμοί για τις κυρίαρχες αφηγήσεις, το φόβο, την οικειότητα, την αηδία, την επιθυμία ή την αίσθηση του ανήκειν. Αντί να προσεγγίζω το πολιτικό μέσα από άμεσο σχολιασμό ή αναπαράσταση, μέσω γνωστών συστημάτων που κάνουν χρήση συγκεκριμένης γλώσσας ή εικόνας, που χρησιμοποιούνται συστηματικά και ανακαλούν συγκεκριμένα ιδεολογικά σύνολα, προσπαθώ να το εξερευνήσω μέσα από τους τρόπους με τους οποίους οι πολιτικές πραγματικότητες γίνονται ήδη αισθητές και βιώνονται αισθητηριακά.
Το να δουλεύεις με ένα μέσο που παραμένει ακόμη σχετικά εξειδικευμένο συνοδεύεται από απρόσμενες ελευθερίες. Επειδή υπάρχουν λιγότερες καθιερωμένες συμβάσεις ή προσδοκίες γύρω από την οσφρητική τέχνη, υπάρχει μεγαλύτερο περιθώριο για πειραματισμό και υβριδικότητα. Το κοινό συχνά την προσεγγίζει με περιέργεια και αβεβαιότητα, κάτι που δημιουργεί χώρο για πειραματισμό. Η βασική πρόκληση είναι συνήθως πρακτική. Η πλειονότητα της βιομηχανίας αρωμάτων και της αγοράς πρώτων υλών βρίσκεται εκτός της ΕΕ, συνεπώς η εύρεση υλικών μπορεί να είναι δύσκολη. Επίσης, η οσμή είναι ένα εγγενώς εφήμερο μέσο· διασκορπίζεται, επιμολύνει, μετασχηματίζεται, εξασθενεί και τελικά αντιστέκεται στη μονιμότητα. Το να δουλεύεις με την όσφρηση στην Ελλάδα σημαίνει, επίσης, ότι κινείσαι μέσα σε ένα πλαίσιο όπου η θεσμική υποστήριξη για τέτοιες πρακτικές είναι περιορισμένη, ωστόσο ταυτόχρονα υπάρχουν δυνατότητες δημιουργίας εναλλακτικών δικτύων και προσεγγίσεων έξω από τα αυστηρά πλαίσια. Εκτός των άλλων, η οσφρητική τέχνη λειτουργεί και ενάντια σε ορισμένες ιεραρχίες των αισθήσεων: η όραση και η ακοή εξακολουθούν να έχουν το προνόμιο των «ανώτερων» αισθήσεων, ενώ η όσφρηση συχνά συνδέεται με το σπλαχνικό, το ζωώδες, τη μνήμη ή το συναίσθημα. Τουλάχιστον σε Δυτικά πλαίσια, η απουσία οσμής συνδέεται συχνά με την καθαριότητα, την τάξη και την κοινωνική αποδεκτότητα, ενώ οι έντονες μυρωδιές κωδικοποιούνται ως παρεμβατικές, υπερβολικές ή, τελικά, αποκρουστικές. Με ενδιαφέρει να δουλεύω ανάμεσα σε αυτές τις εντάσεις.

Ηλέκτρα Σταμπούλου, Hard boiled hunt, 2023, Photo: Claude_barrault
Το χιούμορ είναι ένας τρόπος να επιτρέπει κανείς διακριτικά και υπαινικτικά μια λιγότερο σοβαρή προσέγγιση στο ίδιο του το έργο, ή ακόμη και να υπονομεύει τη δική του θέση, ενόσω την διατηρεί. Στην ευνοϊκή περίπτωση που κάτι τέτοιο πετυχαίνει, δημιουργείται μια κοινή στιγμή μαζί με το άτομο που βιώνει το έργο, και μια λεπτή, άρρητη σύνδεση μαζί του. Ως θεάτρια, εκτιμώ βαθιά τα έργα που καταφέρνουν να με κάνουν να χαμογελάσω, ακριβώς επειδή πολλές από τις έννοιες με τις οποίες καταπιάνεται η σύγχρονη τέχνη μπορεί να γίνουν υπερβολικά βαριές ή και να εκληφθούν ενίοτε ως επιτηδευμένες. Κυρίως γι’ αυτό προσπαθώ να διεκδικώ χώρο για αυτή την ελαφρότητα μέσα στη δική μου δουλειά.
Αυτή είναι μια δύσκολη λέξη για μένα, γιατί κουβαλά κάποιες ασαφείς μεταφυσικές συνδηλώσεις που τείνω να αποφεύγω. Στο επίπεδο που αναφέρεται σε μια μορφή άμεσης, μη συμπερασματικής γνώσης, θα έλεγα ότι προτιμώ περισσότερο τον όρο «ένστικτο». Η έρευνα και τα εννοιολογικά πλαίσια είναι πολύ σημαντικά στην πρακτική μου, αλλά κάποια στιγμή έρχεται ένα σημείο όπου πρέπει να ληφθούν αποφάσεις που είναι δύσκολο να εξηγηθούν ή να δικαιολογηθούν πλήρως. Προσπαθώ να παραμένω προσεκτική απέναντι σε αυτές τις παρορμήσεις, χωρίς να τις μυθοποιώ.
Η συνεργασία μας ήταν στην πραγματικότητα η πρώτη φορά που έπαιξα με ήχο ζωντανά, και ήταν, συναρπαστική, το λιγότερο. Το θέρεμιν [με το οποίο απλώς πειραματίζομαι, καθώς δεν θα ισχυριζόμουν ποτέ ότι έχω τυπική μουσική παιδεία] βρίσκεται σε διάλογο με την πρακτική μου λόγω του τρόπου με τον οποίο το ίδιο το όργανο λειτουργεί. Δημιουργεί ένα πεδίο, ένα συνεχές που είναι πολύ δύσκολο να διαχωριστεί σε διακριτές νότες, και το χέρι κινείται μέσα και έξω από αυτό το πεδίο στον αέρα, χωρίς να αγγίζει το όργανο. Λειτουργεί μέσω της εγγύτητας και της διαρκούς μετατόπισης. Από πολλές απόψεις, είναι ίσως το λιγότερο απτικό όργανο. Θεωρώ ότι αυτή η σχέση ανάμεσα στην παρουσία, την απουσία, την εγγύτητα και την αϋλότητα συνομιλεί έντονα με τον τρόπο που προσεγγίζω και την όσφρηση. Τόσο η οσμή όσο και ο ήχος μπορούν να δημιουργήσουν εμβυθιστικές χωρικές συνθήκες που δύσκολα οριοθετούνται ή σταθεροποιούνται πλήρως. Εκτυλίσσονται χρονικά, συναισθηματικά και σχεσιακά, συχνά πριν ακόμη γίνουν πλήρως ερμηνεύσιμες.

Ηλέκτρα Σταμπούλου, She burst into a peal of laughter, 2024, Photo: Ηλέκτρα Σταμπούλου
Αυτή η συνεργασία προέκυψε απρόσμενα. Η έκθεση επικεντρώνεται στην οσμή του ενδεδυμένου σώματος και προσεγγίζει τα ενδύματα όχι μόνο ως οπτικά ή ιστορικά αντικείμενα, αλλά και ως φορείς σωματικών ιχνών και δείκτες εργασίας, φροντίδας, επιθυμίας και κοινωνικής πειθαρχίας. Μέσα από νέα οσφρητικά και γλυπτικά έργα που δημιουργήθηκαν ειδικά για την έκθεση, επιχειρώ να ενεργοποιήσω υποθετικά οσφρητικά τοπία γύρω από αντικείμενα της συλλογής του μουσείου και να επαναφέρω μια οσφρητική σχέση με αντικείμενα που συνήθως συναντιούνται μόνο με το βλέμμα, πίσω από γυάλινες προθήκες, ή μέσα από πρακτικές που έχουν επιβιώσει μέσω κειμενικών περιγραφών.
Μια κεντρική πτυχή του πρότζεκτ είναι η σχέση ανάμεσα στην οσμή και τον κοινωνικό έλεγχο, δηλαδή το πώς η σωματική μυρωδιά συνδέεται με έννοιες τάξης, φύλου, υγιεινής, επιθυμίας, αποδεκτότητας ή αποκλεισμού. Τα έργα δεν λειτουργούν ως οσφρητικές αναπαραστάσεις, αλλά ως εργαλεία που δημιουργούν ασυνέχειες εντός της μουσειακής αφήγησης. Ορισμένα έργα συμπληρώνουν τα εκθέματα ενεργοποιώντας φαντασιακές αφηγήσεις γύρω από τα σώματα που τα φορούσαν, ενώ άλλα υπονομεύουν την επίσημη αφήγηση εισάγοντας οσμές που λειτουργούν ως αντιστίξεις, αντιμετωπίζοντας την όσφρηση ως ένα ισότιμο μέσο γνώσης και ιστορικής πρόσβασης. Με έναν πιο ευρύ τρόπο, η έκθεση συνεχίζει την έρευνά μου γύρω από την οσφρητικότητα, την υλικότητα και την πολιτική της αισθητηριακής εμπειρίας, ενώ παράλληλα προτείνει μια πιο πολυαισθητηριακή και δυνητικά πιο προσβάσιμη προσέγγιση των μουσειακών συλλογών.