
Ο Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου συνομιλεί με τον επιμελητή Νικόλα Βαμβουκλή για το νέο χορογραφικό του έργο NOD που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2026 στην Πειραιώς 260 στις 21 και 22 Ιουνίου 2026. Η συζήτηση εστιάζει στο πώς δημιουργήθηκε το ντουέτο που μας μεταφέρει στον τόπο εξορίας του Κάιν μετά τον φόνο του αδελφού του Άβελ, καθώς και στη σημερινή ανάγνωση αυτής της βιβλικής ιστορίας μέσα από τη συνεχή περιπλάνηση του ανθρώπου. Παράλληλα, εξετάζουν τη λειτουργία της αντίθεσης και της επανάληψης ως στοιχείων σύνθεσης της παράστασης που φωτίζουν τη σύγκρουση ρόλων και σχέσεων.
Νικόλας Βαμβουκλής (ΝΒ:) Τι είναι το NOD και πώς προέκυψε ως τίτλος και αφετηρία της νέας σου παράστασης;
Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου (ΑΒ): Το NOD, από το Land of Nod, είναι ο τόπος στον οποίο, σύμφωνα με το Βιβλίο της Γένεσης, ο Θεός εξόρισε τον Κάιν αφού δολοφόνησε τον αδελφό του, Άβελ. Έχει χρησιμοποιηθεί επίσης στην ποίηση ως ο τόπος των ονείρων. Ήθελα, όμως, να παίξω και με τη σημασία της λέξης «nod» που μεταφράζεται στα ελληνικά ως νεύμα, γνέψιμο. Ήθελα να κλείσω το μάτι μέσα από αναφορές και στοιχεία που μόνο ένας προσεκτικός θεατής θα διακρίνει.
ΝΒ: Γιατί επέλεξες να μεταφέρεις τη βιβλική ιστορία του Κάιν και του Άβελ στο σήμερα; Τι την καθιστά επίκαιρη;
ΑΒ: Είναι μια ιστορία που τα εμπεριέχει όλα. Είναι μια ιστορία αγάπης και βίας, θρησκευτική όσο και βαθιά οντολογική. Θέτει ερωτήματα σε σχέση με την προέλευση της βίας, τη φύση του ανθρώπου και τη σχέση του με το θείο. Αυτό που την καθιστά επίκαιρη είναι ότι οι ήρωες αυτοί, αρχέτυπα μιας αέναης σύγκρουσης, μας αναγκάζουν να κοιτάξουμε τον κόσμο και να αναρωτηθούμε αν έχουμε στ’ αλήθεια κατανοήσει τον πόνο που συνεχίζουμε να προκαλούμε από φθόνο και ανάγκη για κυριαρχία.

NOD © Christos Symeonides
ΝΒ: Πρόκειται για ένα ντουέτο με τον Νώντα Δαμόπουλο. Πώς δουλέψατε μαζί για να διαμορφώσετε το έργο;
ΑΒ: Το έργο ξεκίνησε με τον Νώντα Δαμόπουλο και ολοκληρώθηκε με τον Γιάννη Τσιγκρή. Δουλέψαμε αρχικά με πολλούς αυτοσχεδιασμούς, αναζητώντας τους τρόπους και τις σχέσεις που θα μπορούσαν να εκφράσουν καλύτερα την αφήγηση της ιστορίας. Επομένως, θα το χαρακτήριζα, σε πολύ μεγάλο βαθμό, συν-δημιουργία.
ΝΒ: Ποιες προκλήσεις προκύπτουν όταν χορεύεις σε μια παράσταση που έχεις επίσης χορογραφήσει;
ΑΒ: Πολλές. Σε βαθμό που, ομολογώ, δεν ξέρω αν θα ήθελα να το ξανακάνω. Δεν μπορείς να έχεις το καθαρό, ψύχραιμο βλέμμα που παρακολουθεί και καθοδηγεί. Θα είχα ίσως κάνει άλλες επιλογές αν ήμουν απ’ έξω και μπορούσα να το δω από απόσταση.
ΝΒ: Ο Κάιν και ο Άβελ περιπλανώνται σε έναν άτοπο κόσμο. Μίλησέ μου γι’ αυτό το πλαίσιο και για τον ρόλο που παίζει το σκηνικό της παράστασης.
ΑΒ: Ο κόσμος αυτός είναι ένας έρημος, άχρονος τόπος. Το ανθρώπινο στοιχείο είναι σχεδόν ξένο. Το σκηνικό της Ευαγγελίας Μπακογιάννη, ένα μεταλλικό δέντρο, είναι ένα σχόλιο για τη φύση που έχει εξαφανιστεί εντελώς. Σε αυτόν τον κόσμο έχει χαθεί καθετί φυσικό. Η ανθρώπινη καταστροφικότητα θα οδηγήσει σε μια φύση ανύπαρκτη και νεκρή. Τα δέντρα κάτω από τα οποία μαζευόμασταν στις πλατείες και παίζαμε παιδιά έχουν καταλήξει μεταλλικά κουφάρια. Σκοτώνουμε ο ένας τον άλλον και, μαζί, σκοτώνουμε και τη φύση.

NOD © Christos Symeonides
ΝΒ: Οι δύο μορφές που πρωταγωνιστούν στη σκηνή μοιάζουν παγιδευμένες σε μια λούπα, σαν να ξαναζούν διαρκώς την ίδια μέρα. Πώς λειτουργεί ο χρόνος εδώ;
ΑΒ: Δεν υπάρχει στην πραγματικότητα χρόνος. Με αυτόν τον κατά τ’ άλλα κοινότοπο μηχανισμό της λούπας, ήθελα να καταδείξω την ασταμάτητη, επαναλαμβανόμενη βία της ανθρώπινης ιστορίας. Όσο αναπαράγουμε αυτόν τον κύκλο, ο Κάιν και ο Άβελ θα συνεχίσουν να είναι τα πρώτα θύματα και τα σύμβολα του αλληλοσπαραγμού.
ΝΒ: Το τάνγκο επιστρέφει τρεις φορές, κάθε φορά σε διαφορετική παραλλαγή. Γιατί επέλεξες αυτό το μοτίβο;
ΑΒ: Το τάνγκο, αρχικά ένας πολεμικός ανδρικός χορός και αργότερα ερωτικός, συμβολίζει ίσως τις στιγμές της μεγαλύτερης εγγύτητας και ειρήνης μεταξύ τους: είναι συγχορευτές. Όσο προχωράει το έργο, η διάρκεια του τάνγκο μικραίνει όλο και περισσότερο, καθώς πλησιάζει η αιματηρή έκβαση. Αυτό που τους ενώνει σε μια κοινή προσπάθεια εξαφανίζεται.
ΝΒ: Στη σχέση των δύο αδελφών, το παιχνίδι βρίσκεται διαρκώς κοντά στη σύγκρουση. Υπάρχει κάτι πολύ «boys will be boys» σε αυτή τη δυναμική. Τι αποκαλύπτει για τους χαρακτήρες;
ΑΒ: Μιλάμε για μια ιστορία κατά την οποία ένας άνδρας εισάγει τον φόνο στον κόσμο. Ο άνδρας ευθύνεται, σε πολύ μεγάλο ποσοστό, για τη βία στον κόσμο, και το ζούμε καθημερινά. Ήθελα, λοιπόν, αυτή η δυναμική της σύγκρουσης να λειτουργήσει περισσότερο ειρωνικά και χλευαστικά. Αποκαλύπτει την ανάγκη τους για κυριαρχία πάνω από την ανάγκη τους για αγάπη και το τίμημα που πληρώνουν γι’ αυτό.

NOD © Christos Symeonides
ΝΒ: Σε ορισμένες στιγμές, μια ηλεκτρονική φωνή καθοδηγεί τον έναν πρωταγωνιστή και φορτίζει έντονα την ατμόσφαιρα. Ποια είναι αυτή η παρουσία;
ΑΒ: Η απόκοσμη αυτή φωνή είναι η μόνη γυναικεία φωνή που ακούγεται. Είναι η θηλυκή παρουσία, η μητέρα, ο έρωτας, η επιθυμία για φυγή. Με τον Γιάννη Αγγελάκη θέλαμε η μουσική να έχει μια ηλεκτρονική, ανοίκεια ποιότητα, αφού, σε αυτόν τον κόσμο, καθετί ανθρώπινο και φυσικό είναι κατεστραμμένο. Κάθε ήχος φτάνει στρεβλωμένος και ανήσυχος.
ΝΒ: Παρά τις σκηνές βίας, η παράσταση αφήνει χώρο για τρυφερότητα και φροντίδα. Πώς αντιλαμβάνεσαι το να νοιάζεσαι για κάποιον;
ΑΒ: Η αγάπη σε αυτή την ιστορία γίνεται ορατή μέσα από την απώλεια. Η πιο τρυφερή στιγμή του έργου έρχεται μετά τον φόνο, όταν ο Κάιν αισθάνεται, έστω και στιγμιαία, την απώλεια και τη μοναξιά που τον περιμένει. Να νοιάζεσαι για κάποιον σημαίνει να μην ενδίδεις στον φθόνο και στον φόβο. Να παλεύεις για την αγάπη με κάθε τρόπο.
ΝΒ: Με ποιο συναίσθημα θα ήθελες να φύγει το κοινό από το NOD;
ΑΒ: Δεν ξέρω. Ίσως με λύπη για την ανθρώπινη κατάσταση. Ο Κάιν θα μπορούσε να επιλέξει αλλιώς, αλλά επέλεξε τη βία. Υπάρχει άραγε λύση; Και, αν όχι, πώς συμφιλιωνόμαστε με τη σκληρή αλήθεια ότι είναι στη φύση μας να σκοτώνουμε ό,τι αγαπάμε, μέχρι να μην απομείνει τίποτα;
Περισσότερα για την παράσταση εδώ: https://art-works.gr/project/nod/
Φωτογραφίες: Χρήστος Συµεωνίδης
H παράσταση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2026.
Η παράσταση NOD υποστηρίζεται από το πρόγραμμα 2025 ARTWORKS Grants που χρηματοδοτείται από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ) και άλλους ιδιώτες δωρητές.

NOD © Christos Symeonides